To Ελληνικό

ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ

Home E Το Ελληνικό Περίπτερο

Η ελληνική συμμετοχή στην Μπιενάλε της Βενετίας και οι κυβερνητικές παρεμβάσεις στην τέχνη τη δεκαετία του ’30.

“Οι πολιτικοί του τόπου μας, εφρόντισαν σε κάθε περίοδο οργανωτικής αλλαγής ή αντικαταστάσεως προσώπων να δώσουν στις μεγάλες γραμμές προγραμματικές λύσεις, σύμφωνες προς τις εισηγήσεις των εκλεκτών καλλιτεχνών”.

(Μιχ. Τόμπρος, «Κράτος και Τέχνη», εφ. Φωνή του Λαού, 14 Ιανουαρίου 1932).

Όταν το 1928 ο Βενιζέλος επέστρεψε θριαμβευτής στην εξουσία οι φιλελεύθεροι δε δίστασαν να παρέμβουν αποφασιστικά, δικτατορικά στην ουσία, για να πραγματοποιήσουν τα εκσυγχρονιστικά σχέδιά τους στις εικαστικές τέχνες. Η αποπομπή του Γεωργίου Ιακωβίδη απ’ τη διεύθυνση της Εθνικής Πινακοθήκης κατά την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησής τους, το 1918, οπότε δημοσιεύθηκε κι ο Οργανισμός[1][2], και την εκλογή του Ουμβέρτου Αργυρού το 1929,[3] η μόνη λύση ήταν η υπουργική παρέμβαση και στη Σχολή.

Ο νόμος 4.366/1929 [4] αποτέλεσε τη βάση της παρέμβασής τους. Κι όχι μόνο ο υπουργός μπορούσε με διάταγμα του να διορίσει διευθυντή και καθηγητές στη Σχολή, αλλά με τ’ άρθρα 3 και 4 αυτού του νόμου, που σαφέστατα αποτελούσαν φωτογραφικές ρυθμίσεις για το διορισμό του γλύπτη Κώστα Δημητριάδη ως καθηγητή και διευθυντή και του Κ. Παρθένη ως καθηγητή, κατοχυρωνόταν και νομοθετικά η εξάρτηση της νεοελληνικής τέχνης από την ευρωπαϊκή, καθώς απαραίτητο προσόν των διορισθέντων έπρεπε να είναι η διάκριση σε επίσημες ξένες εκθέσεις κι η παραμονή τουλάχιστον για μια δεκαετία στα διεθνή καλλιτεχνικά κέντρα.[5] Γινόταν έτσι καταφανής η υπόδειξη προσανατολισμού προς τις κυρίαρχες στο εξωτερικό αισθητικές απόψεις, αφού μόνο αυτή η εναρμόνιση μπορούσε να συνεπιφέρει μια διάκριση στις εκεί επίσημες εκθέσεις και τη συνακόλουθη περιπόθητη εκλογή στη Σχολή. Σαν εφαρμογή αυτού του νόμου ήρθε το διάταγμα για το διορισμό του Κ. Παρθένη στη Σχολή το Νοέμβρη του 1929 και λίγο αργότερα, ύστερα από πρόσκληση του ίδιου του Βενιζέλου, ο διορισμός στη θέση του καθηγητή και διευθυντή της σχολής, του Κ. Δημητριάδη.[7] Εκτός από την αναδιοργάνωση της Σχολής, έργο που δεν έχει ίσο του ούτε στη προγενέστερη αλλ’ ούτε στη μεταγενέστερη ιστορία του ιδρύματος, ο Κ. Δημητριάδης είχε αναλάβει, και χρειάστηκε να δουλέψει σκληρά γι’ αυτό, τη διοργάνωση της ελληνικής συμμετοχής στη Μπιενάλε της Βενετίας.

[8]Η Ελλάδα πρέπει να είχε προσκληθεί ήδη απ’ το 1904 για να συμμετέχει στη VI Μπιενάλε, [9] όμως παρά τις υποδείξεις του τύπου «δια να γνωσθή και εν Ελλάδι οπόση σπουδαιότης αποδίδεται αλλαχού εις την καλλιτεχνικήν παραγωγήν»,[10] και τις ευχές, «όπως οι κυβερνώντες αντιληφθώσι την σοβαρότητα ήν έχει η Καλλιτεχνική μόρφωσις των λαών, προς την εν γένει ανάδειξιν ενός Έθνους»[11], οι κυβερνώντες στην Ελλάδα δεν είχαν καμιά διάθεση ν’ αναλάβουν τα έξοδα της διοργάνωσης της ελληνικής συμμετοχής. Για το θέμα αυτό θα κάνει μια μεγάλη έρευνα το 1925 ο Φώτος Γιοφύλλης, δημοσιεύοντας στις στήλες της «Πρωΐας» συνεντεύξεις αρκετών ελλήνων εικαστικών που έθεταν έντονα το ζήτημα της γενικότερης αδιαφορίας του κράτους για τις καλές τέχνες και τόνιζαν ιδιαίτερα την διάσταση του εθνικού γοήτρου που θ’ απόρρεε από την ελληνική συμμετοχή.[12] «Αν παρουσιαστούμε εκεί –έλεγε ο Κ. Μαλέας- αυτό θα ήτο πρόοδος για την Τέχνη μας. Θα βλέπαμε τι θα πούνε εκεί για τα έργα μας. Εδώ το περιβάλλον είναι στενό και δεν μπορεί να κριθή η εργασία μας. Αν το κράτος έχει την παραμικρήν ευαισθησία πρέπει να βοηθήση αφού τα άλλα Βαλκανικά Κράτη αντιπροσωπεύονται συνήθως στην έκθεση αυτήν αρκετά ευπρόσωπα. Και ξέρω ακόμη ότι είναι σπουδαιοτάτη για την παγκόσμια τέχνη».[13] Ενώ ο Π. Λύτρας δήλωνε: «Κάποιος υπάλληλος μου είπε ότι θα εγκριθεί από το Υπουργείο Οικονομικών ένα ποσόν για τη συμμετοχή των καλλιτεχνών μας, …διότι θα μετάσχουν εις αυτάς και όλα τα Βαλκανικά Κράτη, …Ισοδυναμεί με μία πολεμική νίκην έστω και αν ένα μόνο ταλέντο Ελληνικό αναδειχθή. Η νίκη του Δημητριάδη στο Παρίσι δεν άξιζε μίαν νίκη πολεμική;»[14]
Τα τέλη της δεκαετίας του ’20 ήταν βέβαια μια εποχή ειρηνικών διευθετήσεων των εθνικών διαφορών κι όχι πολεμικών αναμετρήσεων, γι αυτό κι η επικουρία του Κ. Δημητριάδη χρειάστηκε για να δώσει μια πολιτιστική διάσταση και μια ουσιαστική, τη μόνη άλλωστε, υπόσταση στη συνθήκη φιλίας Ελλάδας – Ιταλίας, που ο Βενιζέλος είχε συνυπογράψει με το Μπενίτο Μουσσολίνι στις 20 Σεπτεμβρίου του 1928, στη προσπάθεια του ν’ αποδεσμεύσει τη χώρα έως ένα βαθμό από την επιρροή των μεγάλων δυνάμεων.[15]

Ενώ οι Ιταλοί ανέλαβαν την υποχρέωση να οργανώσουν τη λειτουργία ενός μορφωτικού κέντρου στην Αθήνα, της Casa d’Italia, o Κ. Δημητριάδης με την αμέριστη υποστήριξη του υπουργού εξωτερικών, Ανδρέα Μιχαλακόπουλου,[16] προχώρησε στην ανέγερση του ελληνικού περιπτέρου, το οποίο φρόντισε, ακυρώνοντας τους διαγωνισμούς,[17] να σχεδιαστεί από ένα φίλο του αρχιτέκτονα που ονομαζόταν Γ. Παπανδρέου.<[18] Το περίπτερο κτίστηκε σ’ ένα νεοβυζαντινό ύφος και στην απόφαση αυτή θα πρέπει να δούμε όχι μόνο μια απάντηση στο νεοαναγεννησιακό στυλ του Ιταλικού Ινστιτούτου και την επίδειξη ενός πνεύματος ανεξάρτητου από τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό, αλλά και μια νότα που ευθέως υπενθύμιζε την βυζαντινή διάσταση του ελληνισμού ή την «ελληνικότητα» του Βυζαντίου, θέμα εξαιρετικά επίκαιρο στην Ελλάδα εκείνη την εποχή κι ιδιαίτερα αμφισβητούμενο ιστορικό ζήτημα, λόγω των εθνικιστικών βαλκανικών ανταγωνισμών, που μετά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο παρέμειναν οξυμένοι.[19]

Το  περίπτερο θα αρχίσει να κτίζεται το Σεπτέμβρη του 1931 και τη θεμελίωση του θα κάνει ο ίδιος ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών Α. Μιχαλακόπουλος.[20]

Οι εργασίες όμως εξαιτίας της οικονομικής κρίσης δεν θ’ αποπερατωθούν πριν το 1934 κι έτσι η προγραμματισμένη συμμετοχή για το 1932 αναβλήθηκε[21] Αν ο Ιταλικός παράγοντας δεν ήταν τότε τόσο ισχυρός στη βαλκανική ή αν οι Ιταλοί είχαν καθυστερήσει την οικοδόμηση και λειτουργία του ιταλικού μορφωτικού ινστιτούτου,[22] είναι σίγουρο ότι η συμμέτοχή του 1934 θα ’χε κι αυτή αναβληθεί, γιατί η οικονομική κρίση, η πτώση των βενιζελικών απ’ την εξουσία, η κυβερνητική αστάθεια, η ανακίνηση του πολιτειακού θέματος μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του Βενιζέλου και η γενικότερη διαρκής πολιτική και κοινωνική κρίση είχαν παραλύσει σε μεγάλο βαθμό την κρατική μηχανή.
Το 1934 κι αφού η Μπιενάλε οργάνωσε μια δεύτερη έκθεση το 1933 στην Αθήνα, την οποία συνόδευσε ο ίδιος ο Μαρινέττι,[23] η Ελλάδα θα πραγματοποιήσει την πρώτη της επίσημη συμμετοχή στην έκθεση της Βενετίας.

Αξίζει εδώ να δούμε ότι οι τρείς απ’ τις έξι εκθέσεις ευρωπαϊκών κρατών που θα οργανωθούν στην Ελλάδα προπολεμικά είναι εκθέσεις ιταλικής τέχνης οργανωμένες από τη Μπιενάλε της Βενετίας.[24]
Συνέπεια αυτού του γεγονότος είναι ότι η μοντέρνα τέχνη χρεώθηκε στο σύνολο της τόσο το φανφαρονισμό και την προκλητικότητα του Μαρινέττι, όσο και την όχι υψηλού επιπέδου ποιότητα των εκθεμάτων. Η ιταλική εβδομάδα του 1931 κι η έκθεση των φουτουριστών το 1933, με την αεροζωγραφική, προκάλεσαν περισσότερο ειρωνικά σχόλια παρά βελτίωσαν, όπως σκόπευαν, την εικόνα της Ιταλίας στην Ελλάδα. Αντίθετα η έκθεση χαρακτικής Σοβιετικών καλλιτεχνών στο «Ατελιέ» το 1934 έκανε αίσθηση στην Αθήνα.[25] Έτσι το 1938 ο γενικός γραμματέας της Μπιενάλε Αντόνιο Μαραΐνι θα προλογίσει μια έκθεση χαρακτικής και διακοσμητικής που ανταποκρίνονταν στην γενικότερη τάση τότε στην Ευρώπη για «επιστροφή στη τάξη» και ικανοποιούσαν την κυρίαρχη πάντα προτίμηση στην Αθήνα για αναπαραστατική τέχνη.[26]
Η ελληνική συμμετοχή του 1934 στη Βενετία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν η πρώτη επίσημη συμμετοχή σε διεθνή έκθεση στην Ευρώπη μετά απ’ αυτή του 1911 στη Ρώμη. Η «αναμέτρηση» της νεοελληνικής τέχνης με την ευρωπαϊκή, που επιζητούσε ο Κ. Μαλέας αρχίζει ουσιαστικά από τότε, καθώς μ’ εξαίρεση την περίοδο του πολέμου, η Ελλάδα παρουσιάζεται τακτικά στη Βενετία.
Μέχρι το 1934 τρεις μόνο ανεπίσημες ελληνικές συμμετοχές μας είναι γνωστές: Του Α. Μαβρογορδάτου το 1910,[27] του Κ. Σοφιανόπουλου το 1924[28] και του Δ. Κοκότση το 1926.[29]

Το 1934 το νεόκτιστο ελληνικό περίπτερο θα φιλοξενήσει μια μικρή πανελλήνια έκθεση, καθώς 55 ζωγράφοι και χαράκτες και 10 γλύπτες θα στείλουν 165 έργα στη Βενετία.[30]
Εκλέκτορες αυτής της μαζικής συμμετοχής ήταν οι Α. Μπενάκης, Ν. Καλογερόπουλος και Ο. Αργυρός, σε συνεργασία με τις διάφορες καλλιτεχνικές οργανώσεις,[31]και στην συμβιβαστική τους διάθεση να ικανοποιηθούν όλοι, θα πρέπει ν’ αποδόσουμε αυτή τη πολυάριθμη ελληνική συμμετοχή, που όμως δεν ικανοποίησε διόλου τους ιταλούς.[32]Ουσιαστικά η ελληνική συμμετοχή πέρασε απαρατήρητη κι έγιναν ελάχιστες πωλήσεις έργων.[33] Ο Μιχάλης Τόμπρος, που τότε έκανε ένα δημοσιογραφικό αγώνα ενάντια στο Κ. Δημητριάδη για να γίνει καθηγητής στη Σχολή, αποδοκίμασε αυτή την κατάσταση βίαια από τις στήλες του τελευταίου τεύχους του λιγόζωου περιοδικού του ο «20ος αιώνας».[34] Ο στόχος του ήταν όχι μόνο η μαζικότητα, όσο οι συντηρητικών τάσεων καλλιτέχνες.

Το 1935 θα γίνει μια έκτακτη Έκθεση στη Βενετία, αφιερωμένη στα 50χρονα της Μπιενάλε ενώ ο ιταλικός στρατός θα ετοιμάζεται εντατικά να εισβάλλει στην Αιθιοπία παρά την αντίθεση της Κοινωνίας Των Εθνών που θα επιβάλλει οικονομικές κυρώσεις στην Ιταλία. Η Ελλάδα δεν θα συμμετέχει επίσημα στην έκθεση[35] και θα πρωτοστατήσει τόσο στη ψήφιση των κυρώσεων όσο και στην εφαρμογή τους.[36]
Το 1936 μετά την παλινόρθωση της μοναρχίας φαίνεται προς στιγμή πως οι συντηρητικοί θα κυριαρχήσουν.  Στη Μπιενάλε αυτή τη χρονιά δεν θα συμμετέχουν τα μέλη της ομάδας «Τέχνη» κι έτσι στο Ελληνικό Περίπτερο δέσποζαν τα έργα των Σ. Βικάτου, Ο. Αργυρού, Ε. Θωμόπουλου, Ε. Ζαΐρη, Γ. Κοσμαδόπουλου και άλλων επίγονων της σχολής του Μονάχου ή δειλών εμπρεσιονιστών, μαθητών της Γκράντ Σωμιέρ.[37]

Πρόεδρος της επιτροπής για την Μπιενάλε ήταν ο διάδοχος Παύλος κ όπως αναφέρει ο κατάλογος της έκθεσης «Ο πρίγκιπας Νικόλας ευαρεστήθηκε να αποστείλει ορισμένα έργα του».[38] Ίσως έχει γίνει ένας άτυπος διακανονισμός, γιατί την ίδια χρονιά βλέπουμε πως η επίσημη έκθεση που θα οργανωθεί στη Σόφια, θα αποτελείται αποκλειστικά απ’ τα μέλη της ομάδας «Τέχνη».[39] Η έκθεση αυτή, που έγινε υπό την αιγίδα του υπουργού παιδείας της Βουλγαρίας Ποπώφ, είχε οργανωθεί για να αποδείξει την «διανυθείσαν οδόν από του θλιβερού παρελθόντος μέχρι του σημερινού αισίου αποτελέσματος», όπως δήλωσε στα εγκαίνια ο Γ. Ράδεφ,[40] εννοώντας την πρόσφατη οξύτητα ανάμεσα στις δύο χώρες, αποτέλεσμα όχι μόνο των Βαλκανικών πολέμων αλλά και της εναντίωσης της Βουλγαρίας στο Βαλκανικό σύμφωνο που είχε επιτύχει η Ελλάδα το 1934.[41]Την επόμενη χρονιά η Ελλάδα θα συμμετέχει στην «Διεθνή Έκθεση των Παρισίων», όπου εκτός απ’ τον Βικάτο, θα εκθέσουν ζωγράφοι που έχουν κάνει σπουδές σ’ αυτή την πόλη[42] κι αντιπροσωπεύουν τότε στην Ελλάδα τον μοντερνισμό. Παρθένης, Γαλάνης, Γουναρόπουλος, Απάρτης, Γκίκας, Βασιλείου, Τόμπρος, Θεοδωρόπουλος, Αστεριάδης, αποτελούσαν την πρωτοπορία στις εικαστικές αναζητήσεις των Ελλήνων καλλιτεχνών.[43]

Ο αναδιοργανωτικός ρόλος του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, που συνδέεται με την αναδιοργανωτική πολιτική του κρατικού μηχανισμού του βενιζελικών, είχε και για την ελληνική συμμετοχή στη Μπιενάλε ουσιαστικές συνέπειες.[44]
Η αφομοίωση φιλελευθέρων απ’ το φασιστικό κράτος έχει ήδη επισημανθεί από τους μελετητές αυτής της εποχής,[45] και βέβαια έχει επισημανθεί κι η παρουσία του Παντελή Πρεβελάκη στη Διεύθυνση καλών Τεχνών του υπουργείου Παιδείας.[46] Ο Π. Πρεβελάκης που έχει ήδη αποτύχει να εκλεγεί καθηγητής της ιστορίας της τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης θα χρησιμοποιήσει τη θέση του στο υπουργείο για να επιτύχει την εκλογή του στη Σχολή Καλών Τεχνών.[47] Η δραστηριότητα του όμως στο υπουργείο ήταν ευεργετική και για τις εικαστικές τέχνες. Το Μάιο του 1937, η κυβέρνηση είχε εκδόσει ένα νόμο δίχως προηγούμενο και δίχως επόμενο στην Ελλάδα, «περί συστάσεως Μονίμου Επιτροπής Διεθνούς Καλλιτεχνικής Εκθέσεως Βενετίας». Το πρώτο άρθρο αυτού του νόμου όριζε και τα μέλη της επιτροπής σε 5, καθώς και την ιδιότητα τους, «α) εξ ενός διακεκριμένου φιλότεχνου, β) Εκ του Διευθυντού των Καλών Τεχνών του Υπουργείου Θρησκευμάτων και Παιδείας, γ) Εκ του Διευθυντού της Ανωτάτης  Σχολής Καλών Τεχνών, δ) Εκ του Διευθυντού της Εθνικής Πινακοθήκης και ε) Εξ ενός ζωγράφου υποδεικνυομένου υπό της Ομοσπονδίας των εν Ελλάδι ανεγνωρισμένων καλλιτεχνικών οργανώσεων»[48]

Ο ανανεωτικός κι εκσυγχρονιστικός παρεμβατισμός των φιλελευθέρων θα υλοποιηθεί πλέον μέσα απ’ την τυπική γραφειοκρατική οργάνωση που θέσπισαν, καθώς στην πλειοψηφία του αυτοί ήταν που απάρτιζαν την κριτική επιτροπή. Οι Ζ. Παπαντωνίου, Κ. Δημητριάδης, Α. Μπενάκης , Π. Πρεβελάκης, Κ. Πάγκαλος, ήταν οι εκλέκτορες για την Μπιενάλε του 1938, που υπήρξε η πρώτη μ’ αξιώσεις ελληνική συμμετοχή στη Μπιενάλε της Βενετίας, με τους Κ. Παρθένη, Μ. Τόμπρο και Α. Θεοδωρόπουλο.[49] Η ίδια επιτροπή με το Γ. Στρατηγό στη θέση του Ζ. Παπαντωνίου, θα επιλέξει για το 1940 τους Α. Αστεριάδη, Μ. Βιτσώρη, Ι. Μηταράκη, Π. Ροδοκανάκη στη ζωγραφική, τους Μπ. Ραφτοπούλου, Κ. Παπαχριστόπουλο, Γ. Ζογγολόπουλο στη γλυπτική και Δ. Γιανουκάκη, Α. Κορογιαννάκη, και Ε. Παπαδημητρίου στη χαρακτική.[50]

Σ’ ένα άρθρο του στη «Νέα Εστία» ο Π. Πρεβελάκης θα γράψει για την συμμετοχή του 1938, «οι τρείς καλλιτέχνες που εκθέτουν εφέτος τα έργα τους, παρουσιάζουν για τον ιστορικό της νεοελληνικής τέχνης τούτο το ιδιαίτερο ενδιαφέρον, που είναι κ’ οι τρεις τοποθετημένοι κάτω από τους οιωνούς του νεωτερισμού. Νεωτεριστές, με την έννοια τούτη πως ξεφύγανε, και μάλιστα συντελέσανε ν’ αποκοπεί η παράδοση της Σχολής Μονάχου, …κατευθυνθήκανε προς τις κατακτήσεις της σύγχρονη δυτική τέχνης,…».[51].
Το 1938 η φρανκική Ισπανία είχε εξασφαλίσει, σαν απάντηση στο θρίαμβο της «Guernica» ένα χρόνο πριν στο Παρίσι, το βραβείο της Μπιενάλε στη Βενετία για τον Ι. Θουλοάγκα, απογοητεύοντας τους Έλληνες που έλπιζαν σε μια διάκριση του Κ. Παρθένη, ενώ η συμμετοχή του 1940 έγινε κάτω απ’ το βαρύ κλίμα του επικείμενου πολέμου.[52]

Όμως δίχως δυσκολία αναγνωρίζουμε στις επιλογές αυτές του ’38 και του ’40, πως ουσιαστικά η σύγκρουση Ακαδημαϊκών και Μοντέρνων, που μαινόταν εκείνη την εποχή στην Αθήνα, έγερνε σαφέστατα υπέρ των δευτέρων με κρατική παρέμβαση.[53] Προσέχοντας περισσότερο θα διακρίνουμε, πίσω απ’ την επιλογή του ’40, τη δυναμική άνοδο μιας νέας γενιάς καλλιτεχνών που στη ζωγραφική, κάτω από την επίδραση του Γαλάνη, είχαν οδηγηθεί στην κιαροσκούρα παλέτα του Ντεραίν και στη γλυπτική, κάτω απ’ την επίδραση  των Κ. Δημητριάδη, Μ. Τόμπρου και Θ. Απάρτη, προς τους μαθητές του Ροντέν, προς τον Μπουρντέλ, τον Ντεσιώ και τον Μαγιόλ.

Νέοι σπουδαστές όπως ο Γ. Μόραλης σε μια έρευνα της εφημερίδας «Ημερήσιος Κήρυξ» δήλωναν την προτίμηση τους στους κλασσικούς της Αναγέννησης»[54] κι η στροφή τους προς το εργαστήριο του Ο. Αργυρού πρέπει να γίνει κατανοητή μέσα σ’ αυτό το γενικότερο κλίμα που ήταν κυρίαρχο στην Ευρώπη.[55] Η συμβουλή-προειδοποίηση του Κριστιάν Ζερβού, «Προ πάντων αποφύγετε να κατευθύνετε τους έλληνες καλλιτέχνες προς τη μίμηση και προς τη δύση. Μάθετε τους τις βαθειές αρχές που διευθύνουνε την τέχνη της Δύσης – μα να τους εμποδίσετε να περιορισθούνε στο φορμαλισμό αυτής της τέχνης. Οι έλληνες πρέπει να εμπνέονται ακόμα και προπάντων από τις μεγάλες αρχές των αρχαίων, δηλαδή το μεγαλείο στη σύλληψη – το βάθος στη σκέψη – την τελειότητα στην εκτέλεση»,[56] είχε πιάσει τόπο μόνο για το «φορμαλισμό» της αφηρημένης τέχνης. Γιατί η Δύση ήταν αναπόφευκτα πλέον πρότυπο για την Ελλάδα και το ερώτημα ήταν ποιο απ’ τα δυτικά πρότυπα θ’ αφομοιωνόταν.

Βλέποντας τα έργα αυτής της περιόδου των νέων τότε καλλιτεχνών, Κ. Ηλιάδη, Γ. Μόραλη, Γ. Σπυρόπουλου, Κ. Μαλάμου, Α. Κοντόπουλου, Ο. Κανέλλη, Π. Ρέγκου, Ν. Νικολάου, Ε. Φραντζισκάκη, Γ. Τσαρούχη, Σ. Αλμαλιώτη, Α. Βασιλικιώτη, κ.α., διαπιστώνουμε ξεκάθαρα τις έντονες επιδράσεις και το ύφος, «la sobriété et la mesure», που ο Απολλιναίρ διέκρινε στο Ντεραίν. Η κατάσταση στους γλύπτες δεν ήταν διαφορετική. Όπως οι συνομήλικοι τους ζωγράφοι έτσι κι οι Χ. Καπράλος, Γ. Παπάς, Κ. Παπαχριστόπουλος, Μπ. Ραφτοπούλου, Β. Φαληρέας, Δ. Φερεντίνος, Γ. Ζογγολόπουλος, Μ. Μακρής, Κ. Λουκόπουλος, Ν. Περαντίνος, Λ. Λαμέρας, κ.α., δούλευαν στο πνεύμα εκείνου του παριζιανισμού που τους φαινόταν πιο οικείος και περισσότερο κλασσικός, αδιαφορώντας για τα έργα του Ζάντκιν, του Μούρ, του Αρσιπένκο ή του Μπρανκούσι, με μόνη εξαίρεση μια από τις πλευρές του πολύτροπου Μ. Τόμπρου. Στη χαρακτική μόνο οι ξυλογραφίες του Γ. Οικονομίδη δείχνουν πως ο εξπρεσιονισμός δεν ήταν ολοκληρωτικά άγνωστος πριν την έλευση του Μπουζιάνη στην Ελλάδα. Αναμφισβήτητα πλέον το Παρίσι ήταν το σχολείο και το μέτρο της νεοελληνικής τέχνης κι ο πλήρης εκσυγχρονισμός με τις εκεί αναζητήσεις δεν επέτρεψε σε καλλιτέχνες όπως ο Σπύρος Παπαλουκάς,[57] ο Φώτης Κόντογλου ή ο Γιώργος Μπουζιάνης, που εκείνη την εποχή ήταν σαφέστατα πιο ώριμοι, ούτε να προκριθούν για τις μεγάλες εκθέσεις του εξωτερικού ούτε βέβαια για τη Σχολή Καλών Τεχνών, γιατί το ουσιαστικό κριτήριο δεν ήταν ούτε η ποιότητα, ούτε η αυθεντικότητα, ούτε τέλος ο μοντερνισμός, αλλά ο εκσυγχρονισμός.[58] Ο μεσοπόλεμος στην Ελλάδα δεν ήταν μόνο η σύγκρουση νεωτεριστών και συντηρητικών κι η μετατόπιση απ’ το Μόναχο στο Παρίσι κατά τρόπο οριστικό και τελεσίδικο, ήταν επίσης και η απόρριψη της αφηρημένης τέχνης, το ξεπέρασμα των πρωτοποριών δίχως την εμπειρία τους. Η συζήτηση για το έργο του Στέρη δείχνει πως ουσιαστικά μόνο ο Δημήτρης Πικιώνης μπορούσε να καταλάβει και να καταγγείλει το Ντεραίν σαν ένα τέλος που κλείνει μια εποχή,[59] και δείχνει ακόμα ότι ο εκσυγχρονισμός των άρχων του αιώνα, που έκφραζε η πέννα του Ζ. Παπαντωνίου, ήταν ήδη παραχωρημένος. Ο Ζ. Παπαντωνίου ήταν το πνεύμα του καθαρού ορθολογισμού, του διαφωτισμού, αυστηρός συμπαγής, ακριβής, απόλυτος και διαυγής.[60] Οι συνομιλητές του δε συνθέτουν μια ενιαία άποψη αλλά φανερώνουν τη διάλυση της αστικής σκέψης, του θετικισμού, σε μια σειρά αντίθετα και παράγωγα, καθώς ιδεαλισμός, μαρξισμός, ελληνοκεντρισμός. διεθνισμός, αντικειμενισμός, υποκειμενισμός, μυστικισμός κι επιστημονισμός συμμαχούν, συχνά και στη σκέψη του ίδιου συγγραφέα, ενάντια στον τεχνοκριτικό, υπερβαίνοντας σαφέστατα, αν όχι τις προθέσεις του Στέρη,[61] σίγουρα όμως τις αρετές των έργων του. Στη πραγματικότητα το περιοδικό «3ο Μάτι» δε γνώρισε το εικαστικό του ισοδύναμο στο μεσοπόλεμο και τα μόνα καλλιτεχνικά μανιφέστα που κυκλοφόρησαν τότε ήταν των ακαδημαϊκών ζωγράφων και των νέων ρεαλιστών.[62] Ο Κόντογλου είχε ήδη αρχίσει να δημοσιεύει πύρινα άρθρα ενάντια στους «ούλτραμοντέρνους»[63] καθώς και όλο κι ωρίμαζε η ιδεολογία της «ελληνικότητας» που θα κυριαρχούσε μεταπολεμικά, κι έτσι στα τέλη της δεκαετίας του ’30 και ενώ ο Γκίκας έχει εγκαταλείψει, όπως κι ο Διαμαντόπουλος, τις πρώτες αφηρημένες αναζητήσεις του κι ο Στέρης έχει φύγει αναζητώντας την τύχη του στις Η.Π.Α., στην Ελλάδα δεν έμενε παρά ο Λεωνής που ήθελε να «αφεθεί ολότελα στη γοητεία των χρωμάτων, να κολυμπήσει μέσ’ τα χρώματα στην τύχη και ότι βγεί, …-μόνο γι’ αυτόν- το ζήτημα ήταν αν ανακατωθούν καλά-καλά τα χρώματα, να χορέψουν, να ρεμπελέψουν και να εναρμονιστούν, να γίνει μια χρωματική σύνθεση, κάτι σα μια ωραία μουσική, ένα παιχνίδι του ματιού,…- που- να μην παρασταίνει τίποτε, όπως και η μουσική…»[64]

Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος

Αναπληρωτής καθηγητής ιστορίας της τέχνης
Τμήμα Ιστορίας – Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης